- ἐνέροισιν
- ἔνεροιthose belowmasc dat pl (epic ionic aeolic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ένεροι — ἔνεροι, οι (Α) αυτοί που βρίσκονται μέσα στη γη, υποχθόνιοι, νεκροί («Ἀΐδης ἐνέροισιν ἀνάσσων», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ένερθε] … Dictionary of Greek